
I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΠΡΟΘΕΣΜΙΩΝ
Αποτελεί κοινό τόπο η διαπίστωση ότι οι προθεσμίες αποτελούν κομβικό σημείο στο οικοδόμημα κάθε δικονομίας (πολιτικής, ποινικής, διοικητικής) είτε εγχώριας είτε αλλοδαπής. Η πιστή τήρησή τους επιβάλλεται από υπέρτερους δικαιοπολιτικούς σκοπούς. Αποσκοπούν είτε στην ταχεία περαίωση της διαδικασίας αποτελώντας μορφή πίεσης στους διαδίκους να ασκήσουν δίχως χρονοτριβή τις κρίσιμες διαδικαστικές πράξεις (π.χ. η τριακονθήμερη προθεσμία για να ασκηθεί η έφεση, άρθρο 518 § 1 ΚΠολΔ) είτε στην αποτροπή του αιφνιδιασμού του αντιδίκου, επιτυγχάνοντας να του επιδοθεί χρόνος διάσκεψης και προετοιμασίας (π.χ. η αγωγή πρέπει να δοθεί στον εναγόμενο τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από την εκδίκασή της, άρθρο 228 ΚΠολΔ).
Στην πρώτη περίπτωση αναφερόμαστε σε προθεσμίες προς ενέργεια, ενώ στη δεύτερη σε προπαρασκευαστικές προθεσμίες1. Στις πρώτες (προς ενέργεια) η συγκεκριμένη διαδικαστική πράξη πρέπει να λάβει χώρα εντός της τασσόμενης προθεσμίας2, διαφορετικά αποδυναμώνεται το δικαίωμα του διαδίκου να την ασκήσει. Στις δεύτερες (προπαρασκευαστικές) η συζήτηση ή επιχείρηση κάποιας διαδικαστικής πράξης απαιτεί τη συμπλήρωσή τους.
Στη θεωρία υποστηρίζεται ότι η ανωτέρω διάκριση έχει σημασία τόσον από άποψη υπολογισμού και λήξεως της προθεσμίας όσο και λόγω του γεγονότος ότι η μη τήρηση των προθεσμιών ενεργείας οδηγεί κατά κανόνα στην έκπτωση από το δικαίωμα επιχειρήσεως της πράξεως (βλ. άρθρο 151 ΚΠολΔ), ενώ η μη τήρηση των προπαρασκευαστικών προθεσμιών οδηγεί σε απαράδεκτο της συζήτησης ή σε ακυρότητα της πράξεως3. Ωστόσο, μια τέτοια σημασία δεν δείχνει να γίνεται αντιληπτή από τη νομολογία.
II. Η ΕΝΑΡΞΗ ΚΑΙ Η ΛΗΞΗ ΤΩΝ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΘΕΣΜΙΩΝ
Κρατούσα άποψη στη νομολογία είναι ότι οι ρυθμίσεις που αφορούν τις προθεσμίες ενέργειας επεκτείνονται, λόγω της «αδιάστικτης διατύπωσης» του νόμου και στις προπαρασκευαστικές. Πιο συγκεκριμένα, αμφότερες θεωρείται ότι λήγουν την 19.00 ώρα της τελευταίας ημέρας, και εάν αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατο (άρθρο 1 § 12 ν. 1157/1981), την ίδια ώρα της επόμενης μη εξαιρετέας ημέρας (άρθρο 144 § 1 ΚΠολΔ)4.
