
Αργύρης Αργυριάδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης, ΜΔΕ (ΑΠΘ), LLM (University of London), ΜΔΚ (Ο.Π.Αθηνών), Solicitor of the Supreme Court in England & Wales – www.alf.gr
Η Ελληνική Κυβέρνηση γνωστοποίησε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Γενική Διεύθυνση για τις Επιχειρήσεις) στις 8.5.2008, σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 98/34/ΕΚ, σχέδιο εθνικού κανόνα που αφορά προϊόντα και υπηρεσίες της Κοινωνίας των Πληροφοριών πριν από την εισαγωγή και τελική έγκρισή του από το Ελληνικό Κοινοβούλιο. Το κοινοποιηθέν σχέδιο
εθνικού κανόνα έχει τίτλο «Σχέδιο διατάξεων περί των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων» και αποτελεί – τουλάχιστον θεωρητικά – απόπειρα προσαρμογής της ημεδαπής νομοθεσίας στα νέα δεδομένα που δημιουργήθηκαν με την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 26ης Οκτωβρίου 2006 στην υπόθεση C-65/2005 (Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας). Η παρούσα μελέτη βασίζεται στο υπόμνημα που κατατέθηκε από τον υπογράφοντα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ως εκπρόσωπο 42 ελληνικών επιχειρήσεων που θίγονται από το προτεινόμενο από την Ελλάδα σχεδίου νόμου. Πολλά σημεία της μελέτης αποτελούν απόρροια γόνιμου προβληματισμού και ενδελεχούς διαλόγου που αναπτύχθηκε με τους εκπροσώπους των αρμοδίων επιτροπών της ΕΕ κατά τη διάρκεια συνάντησης που πραγματοποιήθηκε στα μέσα Ιουλίου τ.ε. στις Βρυξέλλες. Τόσο στο υπόμνημα όσο και στην παρούσα μελέτη γίνεται αποκλειστική αναφορά στις διατάξεις κοινοτικού και διεθνούς δικαίου που θίγονται από το σχέδιο νόμου της Ελληνικής Κυβέρνησης. Στο τέλος της μελέτης παρατίθεται απόσπασμα της απάντησης της Επιτροπής που απεστάλη στην Ελληνική Κυβέρνηση, όπως μας κοινοποιήθηκε.
I. Εισαγωγή
Η Ελληνική Κυβέρνηση γνωστοποίησε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Γενική Διεύθυνση για τις Επιχειρήσεις) στις 8.5.2008, σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 98/34/ΕΚ, σχέδιο εθνικού
κανόνα που αφορά προϊόντα και υπηρεσίες της Κοινωνίας των Πληροφοριών πριν από την εισαγωγή και τελική έγκρισή του από το Ελληνικό Κοινοβούλιο.
Το κοινοποιηθέν σχέδιο εθνικού κανόνα έχει τίτλο «Σχέδιο διατάξεων περί των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων» και αποτελεί – τουλάχιστον θεωρητικά – απόπειρα προσαρμογής της ημεδαπής νομοθεσίας στα νέα δεδομένα που δημιουργήθηκαν με την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής ΔΕΚ) της 26ης Οκτωβρίου 2006 στην υπόθεση C-65/2005, (Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, Συλλογή 2006, σελ. Ι-10341).
ΙΙ. Το υφιστάμενο νομικό καθεστώς για τα ψυχαγωγικά παίγνια και η ανατροπή του από την απόφαση του ΔΕΚ – Δεσμευτικότητα της τελευταίας έναντι της Διοίκησης και των εθνικών δικαστηρίων
Με το άρθρο 2 του Ν 3037/2002 (/journals/8/volumes/134/issues/479/lemmas/417236) απαγορεύεται η εγκατάσταση και η διενέργεια ηλεκτρικά, ηλεκτρομηχανικά και ηλεκτρονικά διεξαγομένων, κατά τις σχετικές διακρίσεις του άρθρου 1 αυτού, παιγνίων 1 , «περιλαμβανομένων και των υπολογιστών», σε δημόσια κέντρα και σε κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο.
Κατά τα αναφερόμενα στην εισηγητική έκθεση του νόμου, η ρύθμιση αυτή αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί ο εθισμός στα παίγνια, και των φαινομένων παρανόμου πλουτισμού και σημαντικής απώλειας φορολογικών εσόδων από την εγκατάσταση, διενέργεια και διακίνηση ηλεκτρονικών παιγνίων, δικαιολογείται δε από την οφειλομένη στην εξέλιξη της τεχνολογίας αναποτελεσματικότητα των ελέγχων της τηρήσεως των προϊσχυσασών διατάξεων που επέτρεπαν καταρχήν τη διενέργεια τεχνικών (και όχι τυχηρών) παιγνίων (ΒΔ 29/1971, ΦΕΚ Α΄ 21, Ν 2515/1997, ΦΕΚ Α΄ 154). Στο άρθρο 3 του νόμου ορίζεται ότι η απαγόρευση δεν καταλαμβάνει την εγκατάσταση και λειτουργία ηλεκτρονικών υπολογιστών σε καταστήματα που λειτουργούν ως επιχειρήσεις προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου. Κατ’ αρχήν αυτή η διάταξη φαίνεται να εναρμονίζεται με το άρθρο 5Α του Συντάγματος το οποίο καθιερώνει το δικαίωμα συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας και θεσπίζει την υποχρέωση του Κράτους να διευκολύνει την πρόσβαση στις ηλεκτρονικά διακινούμενες πληροφορίες, καθώς και στην παραγωγή, ανταλλαγή και διάδοσή τους.
Ορίζεται, όμως, περαιτέρω ότι «η διενέργεια παιγνίου, με τους υπολογιστές αυτούς, ανεξάρτητα από τον τρόπο διενέργειάς του, απαγορεύεται». Ήδη έχει κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας 2 ότι «η τελευταία αυτή ειδική εν σχέσει προς τη γενική του άρθρου 2 απαγόρευση υπερακοντίζει τον επιδιωκόμενο ως άνω από το νόμο σκοπό και προσκρούει, συνεπώς, στην αρχή της αναλογικότητας στο μέτρο που καταλαμβάνει και τη διενέργεια ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές εγκατεστημένους σε καταστήματα προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου, απαγορεύει δηλαδή την άσκηση δραστηριότητας, η οποία δεν αποδοκιμάζεται από την έννομη τάξη και δεν παραβιάζει τα χρηστά ήθη, ενώ, εξάλλου δεν αποτελεί επαρκή δικαιολογητικό κατά το Σύνταγμα λόγο της απαγορεύσεως αυτής, η κατά τα ανωτέρω αναποτελεσματικότητα του ελέγχου εφαρμογής των διατάξεων που επέτρεπαν μόνον τη διενέργεια τεχνικών παιγνίων».
