
Ι. Η έννοια της διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου
Κάθε φορά που η φορολογική αρχή διαπιστώνει φορολογικές παραβάσεις, από τις οποίες βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, προκύπτει ότι δεν έχει αποδοθεί συνολικά στο Δημόσιο ποσό πάνω από εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ από Φ.Π.Α., Φ.Κ.Ε., παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, τέλη και εισφορές, απαγορεύεται στις αρμόδιες δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες να παραλαμβάνουν δηλώσεις ή να χορηγούν βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά που απαιτούνται κατά τις κείμενες διατάξεις και ζητούνται από τον παραβάτη, για την κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων.
Στην περίπτωση αυτή αναστέλλεται έναντι του Δημοσίου και το απόρρητο των καταθέσεων, των λογαριασμών, των κοινών λογαριασμών, των πάσης φύσεως επενδυτικών λογαριασμών, των συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων του φορολογούμενου σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) αυτών. Οι ανωτέρω δεσμεύσεις δεν εφαρμόζονται για ποσά μισθών και συντάξεων που κατατίθενται στους οικείους λογαριασμούς φυσικών προσώπων1.
Κατά κρατούσα στη νομολογία2 και θεωρία3 άποψη, η επιβολή των ανωτέρω αναφερόμενων περιοριστικών μέτρων αποβλέπει στην εξυπηρέτηση σκοπού, ο οποίος έχει αναχθεί από τον κοινό νομοθέτη, επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, σε λόγο δημοσίου συμφέροντος. Ο τελευταίος συνίσταται στη διασφάλιση της είσπραξης από το Δημόσιο μεγάλων ποσών οφειλόμενων φόρων, τελών, προστίμων κτλ προς εκπλήρωση των σκοπών του κράτους.
Με την επίκληση του δημοσίου συμφέροντος, στην συντριπτική πλειοψηφία των δικαστικών αποφάσεων αποκλείεται το αίτημα περί χορήγησης αναστολής, ανεξαρτήτως της βλάβης4 που τυχόν θα επέρχονταν στους αιτούντες από την εφαρμογή των μέτρων σε βάρος τους5.
Η ενέργεια αυτή της φορολογικής αρχής κοινοποιείται με αντίγραφο της σχετικής ειδικής έκθεσης ελέγχου συγχρόνως και στη Διεύθυνση Ελέγχου του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και στο φορολογούμενο στη γνωστή κατοικία του ή στην έδρα της επιχείρησής του, ο οποίος μπορεί να ζητήσει με αίτηση στον υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, μέσω της αρμόδιας για την έκδοση των πράξεων φορολογικής αρχής, την ολική ή μερική άρση των απαγορευτικών μέτρων. Κατά της απόφασης του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
Τα περιοριστικά μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 14 του Ν. 2523/1997 εντάσσονται στη φορολογική νομοθεσία και κατά των μέτρων αυτών ρητώς – όπως αναφέρθηκε ανωτέρω – προβλέπεται (παρ. 4 άρθρου 14) η άσκηση προσφυγής ουσίας, αποκλειομένης, ως εκ τούτου, της αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας6.
1. Βλέπε άρθρο 14 Ν. 2523/1997, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16§6 και 7 του Ν. 2992/2002 και την παρ.8 άρθρ. 40 Ν. 3220/2004 και αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 άρθρ. 27 Ν. 3296/2004.
2. Βλ. ενδεικτικά ΤρΔΠρΑθ 1062/2005, 1357/2004, 2407/1993.
3. Βλ. Πρέζα Αθ. «Η προσωρινή δικαστική προστασία των προληπτικών περιοριστικών μέτρων του άρθρου 14 Ν. 2523/1997 (δέσμευση περιουσιακών στοιχείων).
4. Με επίκληση του άρθρου 202§2 περ. α’ ΚΔιοικΔικ.
5. Ενδιαφέρουσα εξαίρεση αποτελεί η ΤρΔΠρΑθ 1775/2005 ΔΦορΝ 2005, σελ. 1358, με σχολιασμό Πρέζα Αθ.
6. Βλ. ad hoc ΣτΕ 2478/2005 Αρμ 2006, σελ. 628, ΣτΕ 887/2005 Νόμος, ΣτΕ 3774/2001 ΔιΔικ 2003, σελ. 87, ΣτΕ 3981/2001 Λογ. 2003, σελ. 236, ΣτΕ 1320/1999 ΔΦορΝ 2001, σελ. 917.
