
Η πρώτη προσπάθεια του Ελληνικού κράτους να επιβληθεί φόρος στην ακίνητη περιουσία συναντάται ήδη από το 1880 με το Νόμο ΩΙΔ΄ που ρυθμίζει το φόρο κληρονομιάς. Στη συνέχεια με το Νόμο ΑΧΚΕ΄ του έτους 1887 επιβάλλεται φόρος στις συναλλαγές των ακινήτων.
Στο πλαίσιο των ποικίλλων προσπαθειών αναμόρφωσης της φορολογικής νομοθεσίας, η φορολόγηση της κατοχής της ακίνητης περιουσίας έλαβε διάφορες μορφές και ονομασίες, όπως φόρος μεγάλης ακίνητης περιουσίας, ενιαίο τέλος κατοχής ακινήτων, φόρος ακίνητης περιουσίας και πλέον από 1.1.2014 Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α). Η φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας διακρίνεται στους φόρους κατοχής ακινήτων, στους φόρους μεταβίβασης, καθώς και στους φόρους επί των εισοδημάτων που απορρέουν από την αξιοποίησής της1.
Με το Ν.4223/2013 (ΦΕΚ 287Α΄/31.12.2013) για τον «Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων, τη φορολογία πλοίων, καθώς και τη συμπλήρωση των διατάξεων του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος και του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας κα» θεσπίστηκε o νέος φόρος για την ακίνητη περιουσία. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, ο νέος φόρος στοχεύει στην καθολική φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, δηλαδή στη φορολόγηση όλων των ακινήτων που βρίσκονται στην Ελληνική επικράτεια, ανεξαρτήτως της ηλεκτροδότησης ή μη, διευρύνοντας καθοριστικά με τον τρόπο αυτό τη φορολογητέα ύλη2.
Ο νέος φόρος αντικαθιστά δύο υφιστάμενους φόρους, τον ΦΑΠ και το ΕΕΤΗΔΕ ενσωματώνοντας σχεδόν αυτούσιους τόσο τον μηχανισμού του ΦΑΠ όσο και το μηχανισμό του ΕΕΤΗΔΕ. Έτσι, ο ΕΝΦΙΑ επιβάλλεται με διπλό κατ’ ουσία τρόπο: α) επί της κατοχής κάθε επιμέρους εμπράγματου δικαιώματος, όπου η αξία των ακινήτων δεν αποτελεί άμεσα τη φορολογική βάση, αλλά τη μέθοδο προσδιορισμού του φορολογικού κλιμακίου και συντελεστή και β) με επιπρόσθετο συντελεστή επί της συνολικής αξίας της ακίνητης περιουσίας για συνολικές αξίες ακινήτων άνω των 300.000€. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται δύο σημαντικά ζητήματα3, ιδιαίτερα στην περίπτωση επιβολής του συγκεκριμένου φόρου στην ακίνητη περιουσία του πτωχού. Το πρώτο ζήτημα ανακύπτει από την επιβολή φόρου λόγω κατοχής ακίνητης περιουσίας ανεξαρτήτως αν η κατοχή αυτή παράγει καρπό ικανό να καλύψει τη σχετική φορολογική υποχρέωση. Το δεύτερο δημιουργείται από τη χρησιμοποίηση του μηχανισμού του συστήματος αντικειμενικών αξιών. Οι τελευταίες προσαρμόστηκαν για τελευταία φορά κατά το έτος 2007 και ουδόλως ανταποκρίνονται στη σημερινή οικονομική πραγματικότητα.
* Ο Αργύρης Αργυριάδης είναι Solicitor (England & Wales) (ΜΔΕ ΑΠΘ, LL.M UnLondon, ΜΔΚ Ο.Π.Α.)
1 Βλ. Δράγιος Αθ. – Μιχελινάκης Β. «Φορολογία Ακινήτων», Νομική Βιβλιοθήκη 2014, σελ. VII.
2 Βλ. Ευθυμίου Ι. «Οι Βασικές ρυθμίσεις του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων», ΔΦΝ. 2013, σελ. 1528.
3 Βλ. Μάλλιου Α. «Ο ΕΝΦΙΑ, η επιλογή της φορολόγησης ακίνητης περιουσίας και η ανθρώπινη αξία», ΔΦΝ 2013, σελ. 1858 – 1859.
